O όρος κυβέρνηση μειοψηφίας ακούγεται συχνά σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία.
Με τις τελευταίες εκλογές να έχουν φέρει το μεγαλύτερο αριθμό ανεξάρτητων βουλευτών στην ιστορία της χώρας, φαίνεται αρκετά πιθανό να εκλεγεί μια τέτοια κυβέρνηση.
Μία τέτοια κυβέρνηση είναι εκείνη που δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει 76 από τις 150 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και είναι αναγκασμένη να προχωρήσει σε συμμαχίες με άλλα μικρότερα κόμματα ή ανεξάρτητους βουλευτές.
«Σύμφωνα με το σύστημά μας, το οποίο κληρονομήθηκε από τη Βρετανία, αλλά το μοιράζεται με χώρες όπως η Ινδία και η Νέα Ζηλανδία, πρωθυπουργός είναι το πρόσωπο που έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων», αναφέρει ο καθηγητής Graeme Orr από το Πανεπιστήμιο του Κουήνσλαντ.
Ο απλούστερος τρόπος σχηματισμού κυβέρνησης είναι να κερδίσει κανείς την πλειοψηφία των εδρών της Βουλής στις εκλογές - υπάρχουν όμως και άλλες επιλογές, όπως αναφέρει.
Ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι κάτι που έχουμε δει πολύ συχνά σε ομοσπονδιακό επίπεδο στην Αυστραλία.
Πριν από το 2010, τελευταία φορά που συνέβη ήταν πριν από 70 χρόνια, ωστόσο ο καθηγητής Orr λέει ότι η τάση αυτή αλλάζει.
Οι τρεις πρώτες κυβερνήσεις στην Αυστραλία ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας, όταν δεν υπήρχαν πραγματικά καθιερωμένα κόμματα ή συνασπισμοί, κάτι που εξακολουθεί να είναι σύνηθες σε επίπεδο πολιτειών και επικρατειών.
Το ελάχιστο που πρέπει να προσφέρουν τα μικρά κόμματα και οι ανεξάρτητοι στην κυβέρνηση για να σχηματίσουν μειοψηφία αναφέρεται ως «προσφορά και εμπιστοσύνη», λέγοντας πως αυτό συνέβη στην κυβέρνηση μειοψηφίας της Τζούλια Γκίλαρντ.
«Μπορεί να έχετε απλώς υποσχέσεις υποστήριξης και δεν θα είναι μέλη της κυβέρνησης. Δεν θα έχουν υπουργική εξουσία, αλλά θα διατηρούν το δικαίωμα να εμποδίζουν τη νομοθεσία, και το μόνο που θα κάνουν είναι να εγγυώνται ότι η κυβέρνηση θα περάσει τον προϋπολογισμό, καθώς το μόνο πράγμα που μπορεί να ρίξει μια κυβέρνηση που κατά τα άλλα έχει αριθμούς είναι αν δεν μπορεί να περάσει τον προϋπολογισμό από το Κοινοβούλιο», αναφέρει ο κ. Orr.
Κόμματα ή ανεξάρτητοι μπορούν να ζητήσουν την προώθηση νομοσχεδίων, αν και η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να εκπληρώσει πραγματικά αυτή την υπόσχεση.
Μπορούν επίσης να ζητήσουν να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην κυβέρνηση, όπως να κατέχουν ένα υπουργείο.
Επιπλέον σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η νομοθεσία θα περάσει αυτόματα από την κάτω βουλή.
Αυτό μπορεί να κάνει τα πράγματα λίγο επισφαλή.
Υπό μια κυβέρνηση πλειοψηφίας, η διαπραγμάτευση για την ψήφιση της νομοθεσίας γίνεται κυρίως στη Γερουσία, αλλά αυτό το αποτέλεσμα διπλασιάζεται σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας.
Στην γειτονική Νέα Ζηλανδία οι κυβερνήσεις μειοψηφίας είναι κανόνας.
Η Νέα Ζηλανδία έχει διαφορετικό πολιτικό σύστημα από την Αυστραλία με μία μόνο Βουλή και διαφορετική μέθοδο αναλογικής εκπροσώπησης.
Στην χώρα αυτή 7 από τις τελευταίες 10 κυβερνήσεις ήταν μειοψηφείς.
Ο καθηγητής Richard Shaw από το Πανεπιστήμιο Massey της Νέας Ζηλανδίας λέει ότι αυτό δεν προκαλεί προβλήματα.
Παρόλο που υπάρχει η πιθανότητα να υπάρξει εμπλοκή της νομοθεσίας υπό μια κυβέρνηση μειοψηφίας, αυτό δεν συμβαίνει πάντα.
Η κυβέρνηση μειοψηφίας της Τζούλια Γκίλαρντ κατάφερε να περάσει πάνω από το 90% των νομοσχεδίων που εισήχθησαν στο κοινοβούλιο - περισσότερο από ό,τι είχε περάσει υπό κυβέρνηση πλειοψηφίας ο Κέβιν Ραντ και οι περισσότερες κυβερνήσεις του Τζον Χάουαρντ.
Καθώς όμως οι ψήφοι των μεγάλων κομμάτων διολισθαίνουν, η κυβέρνηση μειοψηφίας είναι μία πραγματικότητα στην οποία τα μεγάλα κόμματα πρέπει να προσαρμοστούν.